Αρχική σελίδα
  Επικοινωνήστε | Διαφημιστείτε | Σχετικά..  
 
Η Μαγευτική κουλτούρα της Τήνου ...  

1)ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΩΝΕΣ

Η εμφάνιση τους κατά μήκος των ρεματιών και των χειμάρρων με μορφή ολόκληρων συνοικισμών, με την κύρια όψη να κοιτά πάντα την κοίτη, προκαλεί έκπληξη και θαυμασμό στους ανυποψίαστους επισκέπτες.Ο προσανατολισμός τους είναι τέτοιος ώστε να “κοιτάζουν” όλοι προς την απάνεμη πλευρά της ρεματιάς.Οι πλευρές με την διακόσμηση είναι στραμμένες προς το νότο, την ανατολή ή τη δύση ανάλογα με τα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής αλλά ποτέ προς το βορρά.Οι περιστερώνες είναι χτισμένοι στα “σκέπα” και για να πιάνουν περιστέρια, πρέπει να έχουν καλή “πεταξιά” λένε οι χωρικοί και εννοούν μέρη προστατευμένα από τους άνεμους και με ανοικτό χώρο μπροστά ώστε να μπορούν να ξανοίγονται τα περιστέρια...

Χρονογράφημα

Αποσπάσματα από το βιβλίο «ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΠΡΑΣΙΝΟΥ» , 15 χρόνια προσφοράς στην Τήνο από την έκδοση του 1990 του ομώνυμου συλλόγου προστασίας περιβάλλοντος και αναδασώσεως νήσου Τήνου

-Η μεσαιωνική Ευρώπη έδωσε μεγάλη σημασία στην εκτροφή περιστεριών, φτιάχνοντας μάλιστα και ειδικούς νόμους σε αντίθεση με το βυζάντιο. Οι Βενετσιάνοι έφτασαν στο νησί το 1207 κι έφυγαν το 1715 παραδίδοντας το στους Τούρκους

-Είναι λοιπόν πιθανό από εκείνη την εποχή να ξεκινά η ιστορία των περιστεριώνων μιας και η εκτροφή περιστεριών παρατηρήθηκε και σε αλλά βενετοκρατούμενα κυκλαδονήσια όπως η Μύκονος, η Σίφνος και η ΄Ανδρος.

-Καμία όμως ιστορική πηγή μέχρι σήμερα δεν επιβεβαιώνει ότι έγιναν έτσι τα πράγματα. Ακόμη και οι βενετσιάνοι περιηγητές που επισκέφτηκαν την Τήνο πριν από το 19ο αιώνα δεν αναφέρουν τίποτα σχετικό. Είναι αξιοπερίεργο επίσης το γεγονός ότι ούτε οι επίσημοι επιθεωρητές από τη βενετική κυβέρνηση, υπεύθυνοι για τα αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα αναφέρουν τίποτα για τα περιστέρια και την παρουσία τους

-Η πιο παλιά χρονολογία σύμφωνα με τα αρχεία της καθολικής εκκλησίας όπου υπήρχε περιστεριώνας είναι το 1726. Τούτο φαίνεται από μια διαθήκη όπου ένας καθολικός ιερέας παραχωρεί τον περιστεριώνα του

-Σύμφωνα με το ενετικό δίκαιο « ο περιστεριώνας είναι αποκλειστικό προνόμιο των 69 φεουδαρχών του νησιού» επομένως η κατοχή περιστεριώνων από τους υπόλοιπους κάτοικους της Τήνου την περίοδο αυτή κρίνεται μάλλον απίθανη.

-Μετά το 1715 απαλλαγμένοι από το παραπάνω δίκαιο οι κάτοικοι του νησιού εφ όσον ήταν ιδιοκτήτες γης μπορούσαν να κατασκευάσουν και να συντηρήσουν τέτοιες κατασκευές. Την περίοδο αυτή φαίνεται πως η κατοχή ενός περιστεριώνα έγινε σημάδι υπέροχης και πλούτου όχι πλέον λόγο ευγενικής καταγωγής αλλά κυρίως οικονομικής ευχέρειας. Η άμιλλα και ο συναγωνισμός για το καλύτερο έγινε σχεδόν αναπόφευκτος. Η διακόσμηση και το μέγεθος ήταν η καλύτερη απάντηση.

-Μέσα από αυτή τη διαδικασία οι περιστεριώνες ενέπνευσαν τους αμέτρητους λαϊκούς τεχνίτες και έδωσαν το μήνυμα της καλλιτεχνικής φλέβας των Τηνίων και προετοίμασαν το έδαφος για την ομαδική εμφάνιση των μεγάλων Τηνίων καλλιτεχνών που συνεχίζουν και σήμερα την παράδοση εκείνων των ανώνυμων

-Σήμερα οι Περιστεριώνες της Τήνου , αυτό το αρχιτεκτονικό φαινόμενο όπως λένε οι ειδικοί, αποτελεί σημείο αναφοράς για τους ανθρώπους της τέχνης και των γραμμάτων. Αρχιτέκτονες , Πολιτικοί μηχανικοί και φοιτητές από όλο τον κόσμο φτάνουν στο νησί για να μελετήσουν και να γράψουν διατριβές και μεταπτυχιακά για τους περιστεριώνες της Τήνου

2)ΤΕΧΝΙΚΗ ΣΤΗΝ ΜΑΡΜΑΡΟΓΛΥΠΤΙΚΗ

Ανάμεσα στους διάφορους ελληνικούς τόπους όπου άνθησε η λαϊκή λιθογλυπτική, την Ήπειρο, τη Μακεδονία και το Πήλιο, τη Μάνη, την Κρήτη, τη Χίο, την Πάρο και τη Νάξο, η Τήνος αξιώθηκε μιας μεγάλης τιμής: να πρωτοστατήσει μετά το 1830 στην ανοικοδόμηση και στον καλλωπισμό του ελεύθερου ελληνικού κράτους και να αναδείξει κορυφαίους εκπρόσωπους της νεοελληνικής τέχνης. Κι ακόμη να παραμείνει έως σήμερα το μοναδικό κέντρο όπου ο ήχος του μαντρακά δεν έπαψε να αντηχεί και το καλλιτεχνικό κλίμα να συντηρείται. Χώρος ανάπτυξης της τοπικής μαρμαροτεχνίας είναι τα δύο μεγάλα χωριά, ο Πύργος και τα Υστέρνια στην Οξωμεριά, όπου και τα λατομεία μαρμάρου. Τα έργα όμως και οι εφαρμογές του μαρμάρου εκτείνονται σε όλο το νησί και έξω από αυτό, εντός και εκτός των ελληνικών συνόρων.

Οι αφετηρίες της τοπικής μαρμαρογλυπτικής πρέπει να τοποθετηθούν στα χρόνια της όψιμης βενετσιάνικης κυριαρχίας

Ενώ η ενάσκηση της μαρμαροτεχνικής δραστηριότητας μοιάζει να μη διακόπηκε, στοιχειωδώς, μέσα στα πλαίσια της οικοδομικής. Υπό την επίδραση των Ενετών, η τέχνη του μαρμάρου θα μορφοποιηθεί πλήρως το 17ο αιώνα. Στα μέσα του αιώνα συναντάμε ήδη ένα οργανωμένο συνεργείο, με επικεφαλής ένα “πρώτο” έμπειρο και ικανό: τον Ιωάννη Απέργη του κόντα (=του ποτέ) Φραντζέσκου, όπως μαρτυρείται από επιγραφές. Πρωτομάστορας και συνεργείο προέρχονται από τον Πύργο.

Ο 18ος αιώνας βρίσκει την τηνιακή μαρμαροτεχνία σε ανάπτυξη. Τα τοπικά κέντρα ακμάζουν οικονομικά και πολιτιστικά. Ανάμεσά τους αναπτύσσεται έντονη άμιλλα, όπως και ανάμεσα στα εργαστήρια και στους μαστόρους, που προωθεί την τεχνική και ευρύνει το εργαλειακό φάσμα. Σταδιακά, στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα και στο 19ο, η μαρμαρογλυπτική του νησιού θα σπάσει τα τοπικά όρια. Γίνεται πλανόδια και κατακτά το συναλλακτικό κύκλωμα του ευρύτερου ελληνισμού. Μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη, τέμπλα, φεγγίτες, βρύσες, ταφόπλακες μαρτυρούν την ακμή. Οι τεχνίτες περιοδεύουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα στη νησιωτική και στη στεριανή Ελλάδα, στο Άγιο Όρος, τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη, τη Βαλκανική, τον Εύξεινο και τη Ν. Ρωσία, την Αίγυπτο. Από τις οικογένειες αυτές των μαρμαράδων θα βγουν αργότερα κορυφαίοι εκπρόσωποι της νεοελληνικής γλυπτικής:αδερφοί Φυτάλη, Δ. Φιλιππότης, Γ. Βιτάλης, Γιαν. Χαλεπάς, Λ. Σώχος κ.ά.

Συνεκτιμώντας ποικίλους παράγοντες, μπορούμε να εντοπίσουμε τις αιτίες που οδήγησαν στη γέννηση του φαινομένου στα εξής τέσσερα σημεία:(α) την αφθονία της πρώτης ύλης που εξορύσσεται στην περιοχή όπου άνθησαν τα τοπικά κέντρα, (β) τη διαμόρφωση ευνοϊκών ιστορικών και κοινωνικοοικονομικών συνθηκών, (γ) τον πολύπλευρο ρόλο των Βενετών και (δ) τη στοιχειώδη προγενέστερη επιβίωση.

Η ακμή της τοπικής λιθογλυπτικής συνάπτεται με την ελληνική αναγέννηση του 18ου αιώνα. Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο φαίνεται να έπαιξε η Κωνσταντινούπολη, απ’ όπου οι μαστόροι της τηνιακής παροικίας εισήγαγαν καινοτομίες και μάλιστα το οθωμανικό μπαρόκ. Αποκορύφωμα μιας σειράς εργαστηρίων, που αξιοποιούν και προωθούν τη διαμορφωμένη παράδοση, υπήρξε το εργαστήριο ενός σπουδαίου μαρμαρογλύπτη και εμπειρικού αρχιτέκτονα: του Χατζησίμου Νικολάου από τα Υστέρνια, λίγο μετά την είσοδο του 19ου αιώνα. Εργαστήριο δυναμικό, οργανωμένο σε επίπεδο πλήρους εργαστηριακής χειροτεχνίας, που εξέτεινε το μπαρόκ στα όριά του και αποτέλεσε το προοίμιο των μεγάλων εργαστηρίων, αυτών που είδαν το φως μετά τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους.

Στην περίοδο μετά το 1830 και μέσα από της αλλαγές των κοινωνικών δρόμων, ο εργαστηριακός χαρακτήρας της τοπικής μαρμαρογλυπτικής διευρύνεται και ταυτόχρονα διαφοροποιείται. Οι Τηνιακοί τεχνίτες χρησιμοποιούνται από ξένους και Έλληνες αρχιτέκτονες, σχεδόν αποκλειστικά, για την ανοικοδόμηση της πρωτεύουσας, τα μέγαρα, τις εκκλησίες και τις αναστηλώσεις αρχαίων μνημείων.

Μέσ’ από αυτούς τους μαρμαράδες ξεπηδούν οι πρώτοι μαθητές του Πολυτεχνείου και μεγάλος αριθμός καλλιτεχνών. Πολλοί μαστόροι που έρχονται από την Τήνο ανοίγουν στην Αθήνα εργαστήρια και δημιουργούν ένα ισχυρό δευτερογενές κέντρο που λειτουργεί παράλληλα με εκείνα του νησιού. Έτσι, σε μια πρωτεύουσα δίχως καλλιτεχνική υποδομή, καλλιεργείται ζηλευτό κλίμα. Παράλληλα, όμως, οι Τηνιακοί μαστόροι της Αθήνας, ζώντας και δουλεύοντας έξω από το χειροτεχνικό τους περιβάλλον, απομακρύνονται από αυτό και υιοθετούν αστικές και νεοκλασικές μορφές. Ήδη από τις αρχές αυτής της περιόδου –και πολύ περισσότερο με την ίδρυση έδρας γλυπτικής στο Πολυτεχνείο (1847) –συντελείται η διάκριση ανάμεσα στον εμπειρικό μαρμαρογλύπτη –μάστορα και το σπουδαγμένο γλύπτη –καλλιτέχνη.Η διάκριση αυτή σχετίζεται άμεσα για την ιστορία του νεοελληνικού μαρμάρου, με το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας άλλης. Από τις μεταβυζαντινές απαρχές μέχρι το 1830, η νεοελληνική μαρμαροτεχνία διανύει την πρώτη φάση της που την ονομάζουμε “λαϊκή λιθογλυπτική”. Επιβιώσεις της προεκτείνονται και πέραν του συμβατικού αυτού χρονικού ορίου. Ωστόσο από την δεκαετία του 1830, η φάση αυτή θα δώσει τη θέση της σε δύο άλλα, παράλληλα εξελισσόμενα, συστήματα: την καλλιτεχνική γλυπτική και την εμπειρική μαρμαρογλυπτική. Η πρώτη εγκαθιδρύει ένα σύστημα ακαδημαϊκής τάξης, με αισθητικές προτεραιότητες και ανώτερες σπουδές γλυπτικής. Η δεύτερη παραμένει εμπειρική, με κυρίαρχα χαρακτηριστικά την ομαδικότητα και την πρακτική λειτουργία, αφίσταται όμως το λαϊκό ύφος και στρέφεται προς μια νέα αγορά, εκείνη των αστικών αρχιτεκτονημάτων, των εκκλησιαστικών έργων και των επιτύμβιων μνημείων. Τεχνοτροπικά ακολουθεί τον εκάστοτε συρμό, περνώντας από τα λαϊκά και τα μπαρόκ στοιχεία στο νεοκλασικισμό και από αυτόν στο νεοβυζαντινό ύφος. Τεχνολογικά κινείται (και στον αιώνα μας) σε προβιομηχανικά πλαίσια, εκτός από τις ως το 1950 πρωτοβιομηχανικές μονάδες.

Από τα τέλη του 19ου αιώνα, οι μετεγκαταστάσεις Τηνιακών μαρμαράδων επεκτείνονται, πέρα από την Αθήνα και τον Πειραιά, και σε άλλες ελληνικές πόλεις, όπου ιδρύουν μαρμαρογλυφεία –αργότερα και μαρμαροβιομηχανικές μονάδες –ενώ συνεχίζεται η έντονη δραστηριότητά τους στη Σμύρνη (ως το 1922), την Πόλη, την Κριμαία και την Οδησσό (ως το 1917), τη Ρουμανία και την Αίγυπτο. Στην ίδια την Τήνο, από τη δεκαετία του 1950 και μετά, η μαρμαρογλυπτική διέρχεται κρίση και διασώζεται χάρη στο εργαστήριο του μπάρμπα –Γιάννη Φιλιππότη και στη Σχολή Καλών Τεχνών Πανόρμου.

Από το 1978-80 επανεμφανίζεται το αποξεχασμένο για πάνω από ένα αιώνα λαϊκό ανάγλυφο. Νέες συνθήκες όπως ο “φολκλορισμός”, η αύξηση του τουριστικού ρεύματος και η οικοδόμηση σπιτιών και ξενοδοχείων παραδοσιακού τύπου, επαναφέρουν στο προσκήνιο φεγγίτες, υπέρθυρα, βρύσες, διακοσμητικές πλάκες και μικρά ανάγλυφα, στα πλαίσια της λαϊκότροπης “σύγχρονης χειροτεχνίας”.

Τα έργα της λαϊκής λιθογλυπτικής, που διαφέρουν ειδικότερα εδώ, ταξινομούνται με βάση τη χρήση τους σε εργαλεία –σκεύη, σε αρχιτεκτονικές κατασκευές, κοσμικές και εκκλησιαστικές, και τέλος σε λιθανάγλυφα.

Ως λιθανάφλυφα χαρακτηρίζονται επιφάνειες που φέρουν διάκοσμο –εγχάρακτο, ανάγλυφο ή διάτρητο –είτε αυτοτελείς είτε τμήματα αρχιτεκτονικών κατασκευών, όπως (α) οικόσημα, (β) τέμπλα μαρμάρινα, (γ) υπέρυθρα και περιθυρώματα που εικονίζουν φυλακτικά και αποτρεπτικά σύμβολα για την προστασία της εισόδου από τα δαιμονικά όντα, καθώς και θέματα διακοσμητικά, (δ) φεγγίτες διάτρητοι που καλύπτουν τα τόξα πάνω από τα ανοίγματα των σπιτιών, ή αντιστοιχούν σε μικρά παράθυρα, (ε) αρχιτεκτονικές πλάκες με φυλακτικές και διακοσμητικές παραστάσεις, κτητορικές επιγραφές και χρονολογίες, (ς) Βρύσες, τα θέματα των οποίων συνδέονται με τις δοξασίες περί της πολυτιμότητας και λατρείας των υδάτων, (ζ) ταφόπλακες, με τα χαρακτηριστικά θέματα της ματαιότητας των εγκόσμιων και με επαγγελματικά σύμβολα –εργαλεία του νεκρού, και (η) Παιδικά χαράγματα.

Μορφολογικά, ενώ στα λιθανάγλυφα του βορειοελλαδικού χώρου υπερισχύουν οι ανατολικές επιδράσεις, εδώ –και γενικότερα στο νησιωτικό –υπερισχύουν οι δυτικές, αμφότερες δημιουργικά αφομοιωμένες στον παραδοσιακό μεταβυζαντινό κορμό.

Print this pageE-mail this page

   
© 2000 Pigeon.Gr - Webmaster
Μόνιμο url: www.pigeon.gr